Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Ιούνιος

Ιούνιος , ο έκτος μήνας  του έτους και  ο πρώτος μήνας του καλοκαιριού.
Ο Ιούνιος πήρε το όνομά του από την σύζυγο του Δία την Ήρα, η οποία στα λατινικά ονομάζονταν Juno.
Όχι, λάθος καταλάβατε.
Δεν θα σας δώσω πληροφορίες για τον Ιούνιο.
Ένα παραμύθι θα σας πω. 
Παραμύθι για μικρά και γιατί όχι και για μεγάλα παιδιά.

Την αφορμή την πήρα,  από τον άστατο καιρό των ημερών, που  μια κλαίει μια γελάει και από το συγύρισμα που όλες λίγο πολύ κάνουμε λόγω της αλλαγής της σαιζόν.
Οι κάποιας ηλικίας γειτόνισσες, σαν και εμένα- μην βιαστείτε να σχολιάσετε, γιατί δεν υπαινίσσομαι τίποτα- θα θυμάστε την Αντιγόνη Μεταξά, γνωστή ως ΄΄ θεία Λένα ΄΄ και τις παιδικές της εκπομπές στο ραδιόφωνο. Κάποιες γειτόνισσες βέβαια μπορεί να έχουν πάθει αμνησία και εδώ, υπαινίσσομαι κάτι.
Η Αντιγόνη Μεταξά λοιπόν, είχε εκδώσει ένα βιβλίο με τον τίτλο: ‘’ Η θεία Λένα στα μικρά παιδιά ‘’. Το βιβλίο αυτό είχε 365 παραμύθια, ιστορίες, ποιήματα και τραγούδια, ένα για κάθε μέρα του χρόνου.
Κάθε φορά λοιπόν που βρέχει, αστράφτει και μπουμπουνίζει, θυμάμαι ένα παραμύθι από αυτό το βιβλίο που μικρή, μου είχε κάνει εντύπωση και που χρόνια αργότερα, το ίδιο παραμύθι  το διάβαζα και στα παιδιά μου.
Επιτρέψτε μου δε, το παραμύθι αυτό, να το  αφιερώσω στα παιδιά της  Νίκης : την … σοβαρή  Σοφία, τον Χαράλαμπο με τα … ωραία μάτια και την … ζουζούνα Θεοφανία, που τα γνώρισα για λίγο κατά την διάρκεια μιας πρόσφατης αλλά δυστυχώς σύντομης εκδρομής στην Βυτίνα.


Μια φορά και έναν καιρό, τα μικρά αγγελάκια που ζουν στον ουρανό, πήγαν στον αρχηγό τους, στον Μεγάλο Άγγελο και του είπαν:
-Μεγάλε Άγγελε, θέλουμε να μας αφήσεις μια φορά να κατεβούμε, να κάνουμε έναν περίπατο στην γη, να παίξουμε και εμείς σαν όλα τα παιδιά.
-Καλά, είπε  ο Άγγελος. Πηγαίνετε, αλλά να μην αργήσετε. Το μεσημέρι να είσαστε πίσω.
Τα αγγελάκια άπλωσαν τα κάτασπρα φτερά τους και φρςςςςςςττ, φτερούγισαν κάτω στην γη. Μόλις πάτησαν στο χώμα, σκόρπισαν εδώ και εκεί και άρχισαν να παίζουν.
Έπαιξαν κρυφτό, κυνηγητό, έτρεξαν, κυλίστηκαν στο χώμα και ευχαριστήθηκαν πολύ. Μόλις όμως άκουσαν την καμπάνα της εκκλησίας να χτυπάει μεσημέρι, άπλωσαν τα φτερά τους και φρςςςττ, φτερούγισαν ψηλά στον ουρανό.
Στην πόρτα του Παραδείσου τα περίμενε ο Μεγάλος Άγγελος. Μόλις τα είδε, θύμωσε.
-Γιατί θύμωσες; Τον ρώτησε ένα αγγελάκι. Δεν γυρίσαμε στην ώρα μας;
-Στην ώρα σας γυρίσατε, αλλά τι χάλια είναι αυτά; Πως είσαστε έτσι λερωμένα; Τα φτερά σας είναι μέσα στην σκόνη. Εμπρός πηγαίνετε αμέσως να τα πλύνετε.
Τα αγγελάκια έβγαλαν τα λερωμένα ρουχαλάκια τους, τα  φτερά τους και καθώς τα άπλωσαν, ο ουρανός σκεπάστηκε και φάνηκε σκοτεινός.
-Ανάψτε φωτιά να ζεστάνετε το νερό, πρόσταξε ο Μεγάλος Άγγελος.
Τα αγγελάκια άναψαν την φωτιά και κάτω στην γη οι άνθρωποι είδαν τον σκοτεινό ουρανό να φωτίζεται από την λάμψη της. Τα αγγελάκια άρχισαν να πλένουν τα φτερά τους και να τα χτυπάνε με τον κόπανο  για να καθαρίσουν. Καθώς τα χτυπούσαν, έσταζαν χοντρές στάλες νερό. Σαν τελείωσε η πλύση, τα αγγελάκια άρχισαν να στύβουν τα βρεγμένα τους ρουχαλάκια. Τότε άρχισε να πέφτει πολύ νερό στην γη. Γέμισαν οι δρόμοι, πλημμύρισαν οι κάμποι, φούσκωσαν τα ποτάμια. Τα αγγελάκια άπλωσαν τα ρούχα τους να στεγνώσουν και η βροχή σταμάτησε.
Σε λίγο, ο σκοτεινός ουρανός άρχισε να ξασπρίζει, τα ρουχαλάκια και τα φτερά στέγνωσαν και τώρα έλαμπαν καθαρά - καθαρά. Τα αγγελάκια έτρεξαν και τα μάζεψαν και ο ουρανός  φάνηκε πάλι γαλάζιος. Ο ήλιος βγήκε κι σκόρπισε το φως του κάτω στην γη.
Από τότε κάθε φορά που βρέχει, λέει ο κόσμος:
-Τα αγγελάκια βάζουν μπουγάδα. Τα σύννεφα είναι τα λερωμένα ρουχαλάκια τους.
-Τώρα αστράφτει; Ανάβουν την φωτιά.
-Τώρα μπουμπουνίζει; Τρίβουν και χτυπούν τα ρούχα τους, για να καθαρίσουν.
-Ψιχαλίζει; Βρέχει; Τώρα τα στύβουν.
-Στεγνώνουν τα ρουχαλάκια; Τα σύννεφα ασπρίζουν.
-Φάνηκε ο γαλάζιος ουρανός; Τα αγγελάκια μάζεψαν τα ρουχαλάκια τους.
Ξαστέρωσε. Ο ήλιος βγήκε. Η μπουγάδα τελείωσε.


Καλό μήνα και καλό καλοκαίρι.